Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Διβάνη,Τατσόπουλος, Χωμενίδης: Η αβάσταχτη ελαφρότητα των τζαμπατζήδων της πολιτικής



Η παρέα των συγγραφέων που για χρόνια ήταν συνώνυμη με ό,τι πιο ανατρεπτικό κυκλοφορούσε στην πιάτσα κατέληξε να καταλαμβάνει δημόσιες θέσεις, να υπερασπίζεται το καθεστώς και να αποκαλεί ένα νεκρό παιδί «τζαμπατζή»...

Ηταν ένα σκοτεινό βράδυ του Μαρτίου του 2010 όταν σε ένα εξίσου σκοτεινό στέκι για αμετανόητους ροκάδες στη Λιοσίων συνευρέθηκε μια γνωστή παρέα λογοτεχνών για να μιλήσει για όλα όσα την απασχολούσε τα τελευταία χρόνια - και ειδικά για «τη σχέση του Facebook με τη λογοτεχνία». Μια κοντοκουρεμένη γυναίκα με έντονα χαρακτηριστικά και εντυπωσιακά σκουλαρίκια μιλούσε έντονα χειρονομώντας για το τι σημαίνει να εκφράζεσαι ελεύθερα στο Διαδίκτυο και ένας ψαρομάλλης πρώην γόης και εκ των υστέρων βουλευτής συναινούσε κόβοντας βόλτες με ένα πλαστικό ποτήρι -γεμάτο ποτό;- στο χέρι.

Ο ιδιόμορφος και άκρως θεατρικός τρόπος με τον οποίο βρήκαν να παρουσιάσουν τις θέσεις τους οι δύο φίλοι και συγγραφείς -η Λένα Διβάνη και ο Πέτρος Τατσόπουλος - σχετικά με το τι σημαίνει να εκφράζεσαι ελεύθερα και να κάνεις χιούμορ στα κοινωνικά δίκτυα θα είχε τραγική κατάληξη δύο χρόνια αργότερα. Και εύκολα οι ίδιοι συγγραφείς θα οδηγούνταν από το τραπέζι της παρουσίασης των ελεύθερων ιδεών στο τραπέζι των «κατηγορουμένων». Κατά ειρωνικό, πάλι, τρόπο, σε κάποια άλλη συζήτηση, που αυτή τη φορά περιλάμβανε ως ομιλητές τη Διβάνη και τον Χρήστο Χωμενίδη, η οποία είχε προηγηθεί λίγες μέρες πριν, την ίδια χρονιά, οι δύο φίλοι έθιγαν το θέμα της συγγραφής, της επανάστασης και της τρομοκρατίας. Η Λένα Διβάνη μιλούσε τότε ως καθηγήτρια της Νομικής και μέλος της επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ο Χρήστος Χωμενίδης έπαιρνε θέση ως συγγραφέας γνωστού βιβλίου για τη 17Ν και τους «εγχώριους τρομοκράτες». Παρότι και οι δύο δήλωναν βαθιά αποστροφή για την τρομοκρατία, δεν έδειξαν να νιώθουν το ίδιο για την επανάσταση - ως αλλοτινοί επαναστάτες οι ίδιοι και νυν ρεφορμιστές. Μόνο που, όπως έλεγε πολύ σοφά ο Καμί στον «Επαναστατημένο άνθρωπο», «όλες οι επαναστάσεις κατέληξαν στην ενίσχυση του κράτους» - ειδικά από ανθρώπους που επέμεναν να δηλώνουν ανατρεπτικοί τη στιγμή που το μόνο που έκαναν ήταν να επιβεβαιώνουν τη νομιμοποίηση των πάντων. Πώς όμως κατέληξε αυτή η παρέα των συγγραφέων, που για χρόνια ήταν συνώνυμη με ό,τι πιο ανατρεπτικό κυκλοφορούσε στην πιάτσα, να καταλαμβάνει δημόσιες θέσεις, να υπερασπίζεται το καθεστώς και να αποκαλεί ένα νεκρό παιδί «τζαμπατζή»;

Η περίπτωση της Λένας Διβάνη
Καθηγήτρια εδώ και 20 χρόνια στο πανεπιστήμιο, Πειραιώτισσα που μετοίκησε από τον Κορυδαλλό στη Φιλοθέη, συγγραφέας επιστημονικών αλλά και ανάλαφρων βιβλίων όπως ο «Ζάχος Ζάχαρης» (αφιερωμένο στον αγαπημένο της γάτο), η Λένα Διβάνη δικαιώνει όλες τις αντιφατικές όψεις ενός ανθρώπου που θέλει να λέγεται πανεπιστημιακός αλλά εννοεί να ζει μέσα στον κόσμο. «Είμαι καταδικασμένη να μιλάω με ιστορίες. Κάτι σαν τον Ιησού χωρίς τα θαύματα», έλεγε η γνωστή πανεπιστημιακός στην ομιλία της στο συνέδριο του TEDx, χωρίς να φανταζόταν τότε ότι μια φράση της και μόνο όχι απλώς δεν θα οδηγούσε στον καθαγιασμό, αλλά στη δαιμονοποίησή της.

Είναι ορειβάτης, λάτρης των σπορ και των μεγάλων ταξιδιών - όπως στη γη της Παταγονίας όπου βρέθηκε πρόσφατα ποστάροντας χαρακτηριστικές φωτογραφίες στο Facebook. Δεν φοβάται, παρότι πανεπιστημιακός, τους έντονους ήχους των κλαμπ και της αρέσει οτιδήποτε μοντέρνο, από τραγούδια μέχρι πολύχρωμα μπιχλιμπίδια. Αγαπά τη θάλασσα και την ελευθερία - ειδικά στις σχέσεις και τον έρωτα. Δεν έχει παντρευτεί, ούτε σκοπεύει να το κάνει, όπως δηλώνει η ίδια, αφού η οικογένεια είναι προ πολλού εκτός των σχεδίων της. Προτιμά για την ώρα τη στενή παρέα των φίλων της, οι οποίοι την παρηγορούν στις εκάστοτε ερωτικές απογοητεύσεις και μένουν στο πλευρό της εδώ και χρόνια. Ολα αυτά φτιάχνουν την εικόνα ενός ανεξάρτητου ανθρώπου, την οποία ήταν αρκετή για να τη χαλάσει μία δήλωση στο Twitter: «Οι ελεγκτές δεν πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους γιατί κάποιος τζαμπατζής μπορεί να πηδήξει έξω από το όχημα. Λογικό». Προκάλεσε, έτσι, θύελλα αντιδράσεων στα social media, αλλά και αναλύσεων για τη δημόσια και πανεπιστημιακή της θέση. Χωρίς να μπορέσει η ίδια να ελέγξει το κύμα των αντιδράσεων, αρκέστηκε σε κάποιες δευτερεύουσες δικαιολογίες αφήνοντας στους φίλους της Χωμενίδη και Τατσόπουλο να συντρέξουν για την υπεράσπισή της. Οι επιθέσεις όμως διπλασιάστηκαν, αφού ο γνωστός προβοκάτορας Τατσόπουλος, ο οποίος μίλησε για «μία λάθος λέξη», δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να κατευνάσει τα πνεύματα - αλλά για να τα εξαγριώσει ακόμη περισσότερο. Πολλαπλασιάστηκαν οι αντιδράσεις στο Facebook, τύπου «Είστε οργανικοί διανοούμενοι ενός καθεστώτος που καταρρέει», «Οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να σκέφτονται δυο φορές πριν μιλήσουν, επειδή αποτελούν πρότυπα» ή από μια φίλη του «Εδώ και 60 λεπτά δεν είστε συγγραφέας, ούτε βουλευτής, ούτε τίποτα, είστε λάθος στάτους». Σε αντίθεση, όμως, με τον Πέτρο Τατσόπουλο, η μόνη δημόσια επίθεση που είχε δεχτεί η Λένα Διβάνη ήταν από τη Μιμή Ντενίση - μόνο που μια φράση της ήταν ικανή για να γίνει εκείνη το αναγνωρίσιμο, πλέον, έτερο μέλος της παρέας των γνωστών «διανοουμένων». Η Λένα Διβάνη βρέθηκε να κατηγορείται για προάσπιση των εκάστοτε κυβερνήσεων και πολλοί είναι αυτοί που θυμήθηκαν τη θέση της στην ΕΡΤ -από την οποία παραιτήθηκε-, τις φιλικές σχέσεις με τον Γιώργο Παπανδρέου και τη φιλελεύθερη ταύτισή της με διάφορες απηνείς θέσεις του μνημονίου. Στο όνομα Διβάνη δεν απαντούσε πλέον η πρόσχαρη διανοούμενη που έγραφε ανάλαφρα βιβλία όπως «Η Πηνελόπη ήταν ηλίθια» ή το αυτοβιογραφικό και κάπως προφητικό «Αγάπη μου, συρρίκνωσα την Ελλάδα», αλλά η γυναίκα που δεν μπορούσε να καταλάβει τον ψυχισμό ενός 19χρονου -τον οποίο διδάσκει νόμους, ηθική και θεωρίες- ή αυτή που δεν πρόλαβε να σκεφτεί ότι απέναντί της δεν βρίσκεται ένας «τζαμπατζής» ή ένας νεκρός.

Η προφητική επισήμανση
Η ίδια πάντως η Διβάνη σε ένα από τα αυτοβιογραφικά κείμενα που δημοσίευσε με μορφή μικρών ιστοριών έγραφε εντελώς προφητικά για την εμπειρία της από τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς: «Οσοι κυκλοφορούμε με τα μέσα μαζικής μεταφοράς ξέρουμε πια ότι οι αντοχές των Αθηναίων έχουν εξαντληθεί, όλοι περιφερόμαστε ως μουτζαχεντίν έτοιμοι να χαστουκίσουμε οποιονδήποτε μας αγγίξει έστω κατά λάθος. Πηγαίναμε λοιπόν στυφοί και ιδρωμένοι με μέση ταχύτητα δύο χιλιομέτρων την ώρα, όταν αίφνης ακούσαμε όλοι να εκρήγνυται μια εστία στην παραδοσιακά διακεκαυμένη ζώνη της μεσαίας πόρτας». Μόνο που εκείνη τη φορά το περιστατικό δεν λάμβανε χώρα στη μεσαία πόρτα του λεωφορείου, δεν αφορούσε κάποιον ελεγκτή και ένα νεαρό παιδί, αλλά έναν «Αλβανό» και μια «Τσιγγάνα», άνθρωποι με τους οποίους συνδιαλέγεται η ίδια η καθηγήτρια, που κατά καιρούς έχει γράψει και υπερασπιστεί τις μειονότητες. Οπως και τα ζώα. Οπως και οποιονδήποτε θιγόμενο - κυρίως τις κακοποιημένες γυναίκες ή τις ανυπεράσπιστες. Το έχει κάνει και προσωπικά με το να προασπιστεί με κάθε τρόπο κοντινούς της φίλους -γι’ αυτό και οι ίδιοι σπεύδουν σήμερα να της το ανταποδώσουν με όποιο τρόπο μπορούν-, το έχει καταφέρει με γενναιοδωρία απέναντι σε όποιον τη γνωρίζει. Αλλά, δυστυχώς, είναι διαφορετική η προσωπική εικόνα του καθενός από τη δημόσιά του θέση, ειδικά όταν πρόκειται για πράγματα κρίσιμα και καίρια όπως η εξαθλίωση, η οικονομική κρίση και ο θάνατος. Στην περίπτωση της δημόσιας θέσης η καθηγήτρια Διβάνη βιάστηκε να βγάλει συμπεράσματα για την αρχή της νομιμότητας, όταν ακόμη όχι μόνο εκκρεμούσε το πόρισμα μιας τραγικής ιστορίας, αλλά υπήρχε θύμα, ένας νεαρός νεκρός - που θα μπορούσε, παρεμπιπτόντως, να είναι μαθητής της. Με τον ίδιο, επομένως, τρόπο που ο Χωμενίδης προασπίζεται τις κυβερνητικές επιλογές για την ΕΡΤ, όταν απέναντί του υπάρχουν 2.500 απολυμένοι, ασπαζόμενος ένα βίαιο γεγονός όπως είναι η βάρβαρη εκδίωξή τους, αντίστοιχα η κατά τα άλλα «φιλελεύθερη» Λένα Διβάνη δεν φοβήθηκε να βιαστεί να ασπαστεί το πάντα προβληματικό «νόμιμο και ηθικό». Πώς, αλήθεια, θα επιμείνει στους μαθητές της ως νομικός ότι πριν από την κατηγορία και την απόφανση υπάρχει η έρευνα - και ότι η βεβιασμένη ετυμηγορία είναι απλώς συνώνυμη του πιο ακραίου ολοκληρωτισμού;

Από ανατρεπτικοί διανοούμενοι, επικίνδυνοι ηθικολόγοι
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι φίλοι και συγγραφείς Λένα Διβάνη - Πέτρος Τατσόπουλος - Χρήστος Χωμενίδης βρίσκονται στο στόχαστρο εκφράζοντας μια γενιά που βάλθηκε να ειρωνευτεί τα συντηρητικά εγχώρια ήθη για να καταλήξει να τα νομιμοποιεί με κάθε τρόπο. Σε μια εύστοχη ανάλυσή του ο κοινωνιολόγος Θεόφιλος Τραμπούλης επισημαίνει το πώς αυτή η συγκεκριμένη γενιά συγγραφέων βρέθηκε να μοιράζεται κοινά χαρακτηριστικά και από ανατροπείς να ηθικολογούν ασύστολα - αλλά και να καταλαμβάνουν δημόσια αξιώματα, θα προσθέταμε εμείς. «Πράγματι», γράφει ο Τραμπούλης, «στις αρχές της δεκαετίας του ’90 εμφανίζεται στον χώρο της νεοελληνικής πεζογραφίας μια γενιά συγγραφέων με κοινά χαρακτηριστικά. Για την ακρίβεια, καταξιώνεται και αποκτά θέση στο λογοτεχνικό πεδίο. Οι αλλαγές ωστόσο προοικονομούνται από την προηγούμενη δεκαετία και τις οικονομικές, συμβολικές, κοινωνικές ανακατατάξεις στην ελληνική κοινωνία μετά το 1981. […] Στην πρώτη πενταετία της δεκαετίας του ’90 η νέα αυτή πεζογραφία θα αποκτήσει πιο συγκεκριμένη μορφή, μεγαλύτερη απήχηση και κάποια ουσιαστικά εξωλογοτεχνικά χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν ριζικά από τις προηγούμενες γενιές».

Κατ’ αρχάς φαίνεται να απελευθερώνεται από ιστορικές και πολιτικές θεματικές που στοίχειωναν μέχρι τότε τη νεοελληνική πεζογραφία, ενώ εμφανίζεται εντελώς απενοχοποιημένη όσον αφορά στους λογοτεχνικούς ή επιστημονικούς κανόνες. Γράφει ανάλαφρα, βγάζει τη γλώσσα σε ό,τι μέχρι τότε θεωρούταν υψηλή ή καλή λογοτεχνία και φυσικά συμμετέχει αρθρογραφώντας σε περιοδικά, εφημερίδες και δείχνει να ακολουθεί τα σημεία των καιρών. Είναι παιχνιδιάρα και μοντέρνα. Ακριβώς επειδή δεν έχει τα πολιτικά ταμπού του παρελθόντος, δεν έχει πρόβλημα με το να ασπαστεί δεξιές ή εκσυγχρονιστικές θέσεις -εξ ου και η πρόταση Τατσόπουλου να συνεργαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ με κάποιους φορείς ή πρόσωπα της Δεξιάς-, αλλά και να καταλάβει οποιοδήποτε αξίωμα προταθεί αντίστοιχα από Ν.Δ. ή ΠΑΣΟΚ. Σταδιακά όμως με την κατάρρευση του συστήματος οι συγγραφείς αυτοί δείχνουν να βρίσκονται σε αμηχανία και μαζί με τις χαμένες τους θέσεις να προασπίζονται όχι τη λογοτεχνία ή τα βιβλία τους, αλλά το ίδιο το καθεστώς και τους εκφραστές του.

«Γι’ αυτό», καταλήγει ο Τραμπούλης, «και η οξύτητα με την οποία εκφράζονται σήμερα οι συγγραφείς αυτοί δεν είναι ανεξάρτητη από την κατάρρευση του συστήματος οικονομίας και λόγου μέσα στο οποίο ανδρώθηκαν. Είτε το θέλουν είτε όχι απέκτησαν τη θέση και το κύρος τους από τους ίδιους τους φορείς που διατύπωσαν την ίδια εποχή το όραμα της ευδαιμονίας των δανείων, που έθεσαν τα σύμβολα του κύρους της, που καλλιέργησαν τη δυστοπία του Χρηματιστηρίου και των Ολυμπιακών Αγώνων, που παρακολούθησαν αδρανείς την κατάρρευση». Τώρα οι συγγραφείς αυτοί καλούνται αμήχανα να πάρουν θέση - και δυστυχώς όταν το κάνουν το μόνο που βρίσκουν απέναντί τους είναι νεκρούς, στοιχειωμένους ανέργους-ζόμπι και χιλιάδες κόσμου που αναρωτιούνται αν όντως οι συγγραφείς βγήκαν από τα σπλάχνα τους ή αν τελικά είναι απλώς εξωγήινοι.
Πηγή: protothema.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου