Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

εργοστάσια χωρίς αγάλματα

Ναυτίλος
  • Η θαυμαστή εξέλιξη του καπιταλισμού στον νέο γενναίο μας κόσμο. Το 2008 ο αριθμός των φτωχών και των εξαθλιωμένων στον πλανήτη, όσων δηλαδή ζουν με λιγότερα από 1,25 δολάριο την ημέρα, υπολογιζόταν σε 105 εκατομμύρια ψυχές. Μόλις μέσα σε δύο χρόνια, εν μέσω κρίσης κι ενώ ο πλούτος συνεχίζει να συγκεντρώνεται στα χέρια των όλο και πιο πλούσιων,
    ο αριθμός των φτωχών ανά την υφήλιο εκτοξεύτηκε στους 1,2 δισεκατομμύριο ανθρώπους. (Τα στοιχεία απ' την Παγκόσμια Τράπεζα).
    Δεν υπάρχει ανάλογο ιστορικό προηγούμενο.
    Ο δε ρυθμός των αριθμών με τους οποίους τρέχει η φτώχεια και η εξαθλίωση είναι της τάξεως των 44.000.000 ανθρώπων το εξάμηνο -τουλάχιστον εις ό,τι αφορά το τελευταίο εξάμηνο του 2010...
    Σχόλιο;
    Είπε η κυρία Νταλάρα για τους μετανάστες που βολοδέρνουν «ανά τας οδούς και τας ρύμας» ότι: «Οσοι στερούνται νομιμοποιητικών εγγράφων, δεν μπορούν να κυκλοφορούν ασκόπως». Σκοπίμως;
    Οπως και να 'χει, ωραία διατύπωση! Στη γλώσσα των παιδονόμων που επόπτευαν τα πέριξ, εκεί στον χωροχρόνο πριν από τη χούντα, όταν
    άδειαζαν αίφνης οι χωματόδρομοι κι έμενε η μπάλα στην αλάνα ακίνητη, ώσπου να περάσει με το αργό του βήμα και το κακό του μάτι το σκέλεθρο - ο σερίφης των πιτσιρικάδων
    συνήθως ένας ρουφιάνος και μεθύστακας, που πληρωνόταν για τα χρηστά του ήθη τον μισθό των τρεις κι εξήντα εκείνης της εποχής...
    *****
    Ομως, σήμερα Σάββατο, ο χρόνος είναι λίγο πιο ευρύχωρος και χαζεύω μια παλιά φωτογραφία τυπωμένη στο φρέσκο χαρτί της εφημερίδας με θέμα παλιές βιομηχανικές εγκαταστάσεις...
    Που πια δεν λειτουργούν.
    Τοπία αποβιομηχάνισης που σε γεμίζουν με ένα αίσθημα απώλειας. Οταν τα βλέπεις ντεκόρ σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας κι άλλα παράξενα φιλμ τα επισκέπτεσαι, αναπαλαιωμένα, ως πολιτιστικά κέντρα, εκεί που κάποτε γινόταν νήμα το μαλλί με βάρδιες, τώρα να οργανώνονται «βραδυές», πέντε- δέκα τον χρόνο, για ένα βιβλίο ή έναν ποιητή, ωραίο
     
    δεν λέω, ίσως μια απόδραση από την πλήξη στις επαρχίες και μια κάποια απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων αλλά στα
    μάτια σου το παλιό βιομηχανικό τοπίο επιμένει· καπνίζει η φωτογραφία του το τσιγάρο της, περιμένοντας να κιτρινίσει το χαρτί, να θολώσει η εικόνα μέσα στις ομίχλες που έρχονται...
    ....................................
    Στέρεες βιομηχανικές κατασκευές, από μπετόν κι ατσάλι, με χοντρές βίδες και καλοδεμένες σκαλωσιές, σαν αμερικάνικες ή σαν σοβιετικές, τώρα σκουριάζουν
    περιμένοντας την αναπαλαίωση ή το γκρέμισμα,
    πρόσωπα απόστρατων εργατών με χοντρά τετράγωνα χέρια - αλήθεια, σαν έρθει το βράδυ και κλείσει ο καφενές, τι γίνεται;
    Στον δρόμο για το σπίτι
    κυπαρισσάκια, φρουροί της νύχτας στην εξοχή.
    Αλλά και στέρφα δέντρα με ξερά κλαδιά απλωμένα, να κουρνιάζουν μέσα τους οι Ερινύες για όσα δεν πήγαν καλά, για όλα εκείνα που δεν τα φύλαξε το φυλαχτό τους...
    ...περνάει η ώρα και φθάνοντας στο σπίτι, δεν μπαίνει μέσα μαζί σου η σκιά σου. Της συμβαίνουν πράγματα νυχτερινά, όπως όταν ταράζονται από μόνα τους τα εγγύς ύδατα
    σαν να βάδισε επί των κυμάτων ακύμαντος κάποιος.
    ***
    Νύχτα σαν τη μελοποίηση του Μικρούτσικου στον Ρίτσο. Με το τραπέζι στο σαλονάκι στρωμένο για τον δείπνο -ακριβά επαρχιακά ασημικά και πορσελάνες- να περιμένει στον αιώνα να έρθουν ξανά να καθίσουν αντικρυστά οι δύο αγαπημένες του σκιές - ποτέ δεν συμβαίνει, τα εργοστάσια που σταματούν να δουλεύουν δεν ξαναδουλεύουν πια. Απομένουν τα κουφάρια τους να μνέσκουν σαν καράβια στη στεριά· με τις φωτιές και τις αντάρες τους να ξαναγίνονται ωχρό χώμα, δόντια του δράκου που ξαναχώθηκαν κάτω απ' τη γη, απογευματινή ησυχία, ένα γκράφιτυ που πια δεν μπορεί να διαβάσει κανείς...
    Δεν δέθηκε το ατσάλι, το έκανε φραγκοδίφραγκα ο λογιστής· και το Σάββατο, σαν ένα παλιό σκουριασμένο Σεβρολέτ πικ απ, φαντάζεται τα νιάτα του καβάλα σε 3.600 κυβικά, γυαλιά ηλίου - με το βλέμμα του Στηβ Μακ Κουήν καρφωμένο στα σύρματα...
    Αρκεί να μη νυχτώνει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου